Άγκυρα-Βερολίνο, μία σχέση πάνω απο την ΕΕ.

 


  Η χθεσινή συνάντηση του ΥΠΕΞ Νίκου Δένδια με τον εκπρόσωπο του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος SPD της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σημείωσε με ιδιαίτερο τρόπο τις χαρακτηριστικές  Ελληνογερμανικές σχέσεις. Τα σημεία ενδιαφέροντος είναι μεν η ιστορικά στενή επαφή της ελληνικής Ευρωπαϊκής πορείας με το Γερμανικό κόμμα αλλά και η σύγχρονη στάση του ίδιου κόμματος σε ζητήματα εξοπλισμών και εξωτερικής πολιτικής.

 Η αναφορά φυσικά γίνεται για την παράδοση των υποβρυχίων τύπου 214 από τη Γερμανία στη Τουρκία σε μία περίοδο έντονων αντιπαραθέσεων και μοναδικού παρεμβατισμού από τη γείτονα χώρα. Η υπογράμμιση από τον Έλληνα ΥΠΕΞ της ισορροπίας στο Αιγαίο επιδιώκει ίσως να τονίσει τη σημασία μίας κοινής Ευρωπαϊκής προσέγγισης απέναντι σε κράτη με προκλητικές διαθέσεις.

 Σίγουρα δεν είναι πιθανό μία συνάντηση να λύσει το ζήτημα, ειδικά μάλιστα αν το ζήτημα δεν εξετάζεται και με τη δέουσα σημασία και στη Γερμανία. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε και το ότι δεν είναι μόνο οι Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που επενδύουν στις σχέσεις με την Τουρκία αλλά και κράτη που συνεργάζονται με την Τουρκική αμυντική βιομηχανία.Θα πρέπει μάλλον να κοιτάξουμε το ζήτημα από μία καθαρά πολιτική οπτική και όχι απλώς ως απειλή για την ελληνική κυριαρχία .

 Ένα κεντρικό θέμα στην Ευρωπαϊκή ατζέντα είναι εδώ και χρόνια η επίτευξη κοινής πολιτικής ασφάλειας και κοινής εξωτερικής δράσης. Σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια έχουν προσπαθήσει πολλές κυβερνήσεις να θέσουν τις ελληνοτουρκικές διαφορές καθώς διασαλεύουν το όραμα μίας πραγματικής Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

 Ωστόσο αυτό δεν έχει πάντα και τα καλύτερα αποτελέσματα γιατί η ανάγκη για ομογενοποίηση των εξωτερικών στόχων απαιτεί να λυθούν οι διμερείς διαφορές, γεγονός που έχει τονίσει και η Γερμανία σε αρκετές περιπτώσεις. Το ευτυχές για την Ελλάδα είναι πολύ απλά ότι υπάρχει μια ειλικρινής επιθυμία για λύση προβλημάτων από τη μεριά μας, ενώ για την Τουρκία το ζήτημα είναι καθαρά σχετικό με την επέκταση της ισχύος της.

 Σε αυτό ακριβώς το σημείο η Ελλάδα μπορεί και τονίζει το πρόβλημα ως καθαρά Ευρωτουρκικό επειδή οι απαραίτητες για την Τουρκία παραχωρήσεις θεωρούνται για τον θεσμό της ΕΕ ως απαράδεκτες. Κατά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τα σύνορα κάθε κράτους μέλους είναι και σύνορα της Ένωσης και άρα υποχώρηση σε τέτοια ζητήματα είναι απαγορευτική.

 Πώς σχετίζονται όμως τα παραπάνω με το θέμα των Τουρκικών υποβρυχίων και τη στάση της Γερμανίας; Και πάλι θα εξετάσουμε το ερώτημα από μία Ευρωπαϊκή, καθαρά πολιτική, σκοπιά. Όπως αναφέραμε ένα μεγάλο στοίχημα για την ΕΕ είναι η επιδίωξη μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής που θα οδηγήσει σε πανευρωπαϊκές δομές και θεσμούς επιφορτισμένους με την προάσπιση της άμυνας της ΕΕ. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δίνει στην ΕΕ την δυνατότητα να επικαλείται την ύπαρξη μέσων σκληρής δύναμης (hard power) αλλά ενισχύει και την θέση της σε ένα περιβάλλον γεμάτο νέες συμμετρικές και ασύμμετρες απειλές. Μία τέτοια εξέλιξη όχι μόνο θα πολλαπλασίαζε την επιρροή των κρατών-πυλώνων της Ένωσης (Γαλλία-Γερμανία) αλλά θα ενθάρρυνε και τις υπόλοιπες χώρες να επιδιώξουν την ανάπτυξη των δυνατοτήτων τους στη διεθνή σκηνή ως περήφανα μέλη της ΕΕ.

 Βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού όμως είναι η περιφερειακή ασφάλεια , η κοινή δράση στο εξωτερικό της Ένωσης και εναρμόνιση των εξοπλιστικών προγραμμάτων δίνοντας έμφαση σε διακρατικές συνεργασίες εντός ΕΕ . Αν και τα Τουρκικά υποβρύχια θεωρούνται μία επιτυχία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής βιομηχανίας και του εμπορίου με τους γείτονες, τα αρνητικά είναι περισσότερα για όλους.

 Κατά τις σημερινές δηλώσεις του προέδρου Ερντογάν στο Φόρουμ διπλωματίας της Αττάλειας, ο υπολογισμός της Τουρκίας ως μέρος των προσπαθειών της ΕΕ για ενίσχυση της παγκόσμιας θέσης της είναι απαραίτητος. Επιδιώκεται δηλαδή να αποδειχθεί η ισχύς της Τουρκίας στο κόσμο, μία προσπάθεια που σταματάει στην ελληνικά σύνορα. Αν και για πολλούς οι σποραδικές κρίσεις στη θάλασσα είναι επίδειξη δύναμης από τους γείτονες, ποτέ δεν τολμάνε το επόμενο βήμα, πράγμα που μάλλον είναι και απόδειξη των ορίων της ισχύος τους.

 Αυτό ακριβώς το όριο κινδυνεύει να χαθεί. Σίγουρα η προσθήκη 6 νέων υποβρυχίων σε βάθος χρόνων δεν μπορεί να αλλάξει απότομα τις ισορροπίες, ειδικά αν υπάρξουν και σωστές ελληνικές πρωτοβουλίες. Αυτό όμως που ήδη διαφαίνεται είναι μία εσωτερική ρήξη στην ΕΕ μιας και η Γερμανία δίνει υπέρμετρη αξία σε μία γειτονική χώρα για ζητήματα αμιγώς Ευρωπαϊκά. Οι μελέτες, έρευνες, σχεδιασμοί και σύνοδοι σχετικά με την πορεία δημιουργίας θεσμών και μονάδων για την υπεράσπιση της ΕΕ και των μελών της μοιάζουν αχρείαστες. Χώρες της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης ανοίγονται προς τη Τουρκία, ειδικά στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, παραβιάζοντας –σίγουρα λόγω ανάγκης- το σκεπτικό σχετικά με την ασφάλεια των εξοπλισμών. Τι μπορεί να μας εγγυηθεί ότι η Τουρκία δε θα χρησιμοποιήσει τα εξοπλιστικά προγράμματα ως μοχλό πίεσης σε μία νέα κρίση;

 Με άλλα λόγια η Γερμανική στάση ενθαρρύνει πρωτοβουλίες που παρακάμπτουν τις προσπάθειες για κοινή δράση στη διεθνή σκηνή. Θέτουν σε κίνδυνο τη ροή των εξοπλισμών καθώς τα στρατεύματα δεν βασίζονται σε Ευρωπαϊκές βιομηχανίες αλλά σε τρίτες χώρες. Τέλος αφήνει να αναπτυχθούν διμερείς σχέσεις που μπορεί να υποκάψουν τα Ευρωπαϊκά- και κατα πάσα πιθανότητα Ελληνικά- συμφέροντα.

 Είναι ανάγκη λοιπόν να γίνει μία ανασκόπηση των επαφών ΕΕ και Τουρκίας λαμβάνοντας υπόψιν τα θετικά μίας κοινής προσέγγισης αλλά και τα προβλήματα και το θάρρος που δημιουργεί στους γείτονες η ιδιαίτερη σχέση τους με τη Γερμανία. Είδαμε ότι τα θέματα που προκύπτουν δεν περιορίζονται στο Αιγαίο αλλά παίρνουν και πολιτικές διαστάσεις στο εσωτερικό της Ένωσης. Ενώ, τέλος, διακινδυνεύουν όχι μόνο την στρατιωτική αυτονομία και την ελεύθερη βούληση συμμαχικών χωρών.     


Comments

  1. Δεν κρύβονται οι παλιές αγάπες

    ReplyDelete

Post a Comment