Θεωρία (επαν)εξοπλισμών

 Τη στιγμή αυτή η Ελλάδα έχει ανοίξει ένα πρόγραμμα επαν-εξοπλισμού της χώρας, το οποίο καλείται να καλύψει τις ανάγκες και τα κενά τουλάχιστον μίας δεκαετίας. Η συζήτηση ωστόσο δεν θα πρέπει να επικεντρώνεται μόνο στα τεχνικά χαρακτηριστικά του κάθε μέσου. Θεωρώ, ότι εξίσου μεγάλη έμφαση πρέπει να δοθεί και στο τρόπο σκέψης με βάση τον οποίο θα γίνει αυτός ο επανεξοπλισμός.


 Σίγουρα δε μπορούμε να ξέρουμε ποια ακριβώς είναι η γενική κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η εκάστοτε αρχή, αλλά μπορούμε να υπογραμμίσουμε κάποιες κατευθύνσεις. Οι κατευθύνσεις αυτές προέρχονται απο τη διεθνή βιβλιογραφία πάνω σε ζητήματα Πολιτικής Επιστήμης, Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφαλείας. 


 Το πρώτο θέμα είναι σχετικό με την οικονομία και την βιομηχανία και ένα πολυ συχνό ερώτημα. Που βρίσκεται σε όλα αυτά η εγχώρια βιομηχανία; Και εδώ πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η βιομηχανική παραγωγή δεν είναι αυθύπαρκτη αλλά προϊόν μίας ισχυρής και σχετικά σταθερής οικονομίας σε συνδυασμό με τα απαραίτητα τεχνολογικά μέσα. Έτσι, ακόμα και αν σε περιπτώσεις βλέπουμε την ύπαρξη εργοστασίων, πρέπει να ρωτάμε σε τι κατάσταση είναι η τεχνολογική τους βάση̇ είχαν σταθερή ροή εσόδων για έρευνα και ανάπτυξη; 


    

 Μία άλλη προσέγγιση, ιδιαίτερα αγαπητή στους Έλληνες, είναι η απευθείας αγορά υλικού από το εξωτερικό. Το θέμα αυτό έχει απασχολήσει το κοινό για αρκετό καιρό και θα είναι πλεονασμός να αναλύσουμε όλες τις λεπτομέρειες. Σίγουρα το γεγονός ότι πάντα υπάρχουν ενδιαφερόμενοι πωλητές δείχνει ότι η χώρα μας είναι αξιόπιστος σύμμαχος. Κανείς δε θα έδινε πολεμικό υλικό σε αβέβαιη χώρα, γιατί πολύ απλά μία αλλαγή κατεύθυνσης θα σήμαινε επιπλέον εξοπλιστικές ανάγκες για να καταπολεμηθεί ο νέος αντίπαλος. Επειδή όμως το πολεμικό υλικό αυτό κάθε αυτό έχει την δική του επιρροή, κανείς δε μπορεί να σου εξασφαλίσει ότι η ροή του προς το εσωτερικό θα είναι ανάλογη με τις ανάγκες σου.Για παράδειγμα, δεν είναι ανάγκη να κοπεί τελείως η προμήθεια πυραύλων, αρκεί μόνο να μην φτάνουν στη χώρα με τους ρυθμούς που καταναλώνονται.    

 Εάν λοιπόν δεν γίνεται μόνος σου να χτίσεις την βιομηχανία που χρειάζεσαι, αλλά ούτε και να εισάγεις τα πάντα, τότε καταφεύγεις σε μία άλλη τακτική, τη συνπαραγωγή. Πράγματι αυτό είναι κάτι που η Ελλάδα έχει προτιμήσει στο παρελθόν, σε μία εποχή όμως που τα πράγματα στη διεθνή σκηνή ήταν πιο απλά, το Ψυχρό Πόλεμο. Όπως παλιά, έτσι και τώρα, στο ευρύτερο στρατόπεδο της Δύσης, υπάρχουν πολλές και διάφορες μικρότερες συμμαχίες και ανταγωνισμοί. Λείπει πλέον όμως ο άμεσος κίνδυνος επέμβασης από ένα κοινό εχθρό. Επομένως σε αυτό το περίπλοκο και ρευστό πεδίο, πως μπορεί μία χώρα να βασίσει μία σημαντική βιομηχανία στην ειλικρινή και αδιασάλευτη συνεργασία με τρίτους; Πρέπει μάλλον να βρεις κράτη-συμμάχους που έχουν τις ίδιες ανάγκες με εσένα και που η διακοπή ή η καθυστέρηση της παραγωγής θα είναι το εξίσου ζημιώδης για όλα τα μέρη




 Τέλος πρέπει να ξεκαθαρίσεις πως σκοπεύεις να χρησιμοποιήσεις το υλικό που θα αγοράσεις. Λέγεται ότι η άμυνα είναι το μόνο αγαθό στο οποίο επενδύονται τρισεκατομμύρια ώστε να μην χρησιμοποιηθεί ποτέ. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια αυτή. Ακόμα και αν δεν ανοίγουν πυρά, οι Ένοπλες Δυνάμεις συχνά λειτουργούν ως σα να πηγαίνουν σε σύγκρουση. Η σημαντική σημείωση εδώ είναι με βάση ποιό σκεπτικό, της άμυνας ή της επίθεσης; Ή ακόμα καλύτερα, γιατί όχι με έναν συνδυασμό και των δύο; Όπως λέει η θεωρία του Κλαούσεβιτς, γιατί- ακόμα και στην άμυνα- να μην επιτεθούμε σε στόχους-ευκαιρίας, με την προϋπόθεση ότι η άμυνα μας αντέχει ακόμα; Και επομένως, γιατί να μην πάρουμε και τα μέσα που μας εξασφαλίζουν ένα πλατύ εύρος κινήσεων; 


 Όλα τα παραπάνω είναι μία σειρά παρατηρήσεων σχετικά με τη κατασκευή/εισαγωγή πολεμικού υλικού και τη χρήση τους , με στόχο να εμπλουτίσουν τις συζητήσεις πάνω στα θέματα αυτά.


Comments