Μπορεί να κρατήσει η Ελληνική εξωτερική πολιτική;


  






  Δεν είναι μυστικό ότι η πολιτική ζωή στην Ελλάδα είναι κάθε τι παρα σταθερή. Η περίοδος της κρίσης έφερε ανατροπές όχι μόνο στον πολιτικό χώρο αλλά και στον κοινωνικό. Ασχέτως της τοποθέτησης καθενός είναι σίγουρο ότι όλοι αναγνωρίζουμε το βάρος και την επιρροή που έχει η κοινωνία στην διαμόρφωση πολιτικής, εσωτερικής και εξωτερικής. Στην προχθεσινή συνεδρίαση της Βουλής με θέμα την κύρωση της Ελληνο-Γαλλικής συμφωνίας φάνηκε πως ένα ιστορικό γεγονός για την Ελλάδα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μία ακόμα, ανούσια, πολιτική αντιπαράθεση


 Αν δούμε τι πραγματικά πέτυχε η Ελλάδα με αυτή τη συμφωνία καταλαβαίνουμε ότι όντως η χώρα μας βρίσκεται στο σημείο που αλλάζει την ΕΕ παίρνοντας πρωτοβουλίες σε θέματα αμυντικής ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα μετατρέπεται σε χώρα στην οποία μία Ευρωπαϊκή δύναμη μπορεί να βασιστεί για την διατήρηση των Ευρωπαϊκών συμφερόντων στην Αν. Μεσόγειο, δεδομένης φυσικά της αναγκαίας αρωγής της. 


 Αν έτσι έχουν λοιπόν τα πράγματα, τότε πως γίνεται ένα συμβάν σαν και αυτό να παραμεριστεί τόσο εύκολα; Σίγουρα η απάντηση του ερωτήματος αυτού δε θα είναι εύκολη αλλά η προσέγγιση του είναι αναγκαία για να αντιληφθούμε πως λειτουργεί- σε ορισμένο βαθμό- η διαδικασία λήξης αποφάσεων, ειδικά σε περιόδους αλλαγών ή και εσωτερικών κρίσεων. Η απάντηση βρίσκεται αρχικά στο παράγοντα της κοινωνίας. Και αυτό απο μόνο του γεννά μια ακόμα νέα σειρά ερωτημάτων για το τι σημαίνει αυτό και πως ακριβώς λειτουργεί η επιρροή της κοινωνίας ανα περιόδους στην διαμόρφωση εξωτερικής πολιτικής. 


Τι είναι διατεθειμένη να ακούσει η κοινωνία; 


 Ας μην ξεχνάμε ότι τα εσωτερικά ζητήματα είναι πιο προσιτά προς το ευρύ κοινό μιας και όλοι έχουν άποψη που επηρεάζεται από προσωπικές εμπειρίες. Όλοι είμαστε κομμάτι της ίδιας ελληνικής κοινωνίας και όλοι ανήκουμε σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες αυτής. Είναι δεδομένο λοιπόν ότι ανάλογα το ζήτημα, αν αφορά το εσωτερικό της χώρας, ο καθένας θα έχει κάτι να πει, κάτι το οποίο κατά τον ίδιο- ακόμα και αν δεν εκφράζει σημαντικό ποσοστό του Ελληνικού λαού- εκφράζει τον ίδιο και τον στενό του κύκλο. Δεν χρειάζεται καμία έρευνα και καμιά ιδιαίτερη ερμηνεία, οι προσωπικές εμπειρίες είναι από μόνες τους ικανές να διαμορφώσουν την άποψη κάποιου, άποψη την οποία θα μοιραστεί και θα υπερασπιστεί καθώς "έτσι το έζησε".


 Και δεν υπάρχει τίποτα κακό με αυτό. Η φράση "είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα" ισχύει απόλυτα στο παραπάνω παράδειγμα και συχνά βλέπουμε ότι οι εξαιρέσεις, οι ιδιαίτερες και ασυνήθιστες περιπτώσεις είναι αυτές που αποκτούν την μεγαλύτερη δημοσιότητα. Ακόμα πιο βολικά για όλους, δεν χρειάζεται παραπάνω έρευνα επί του θέματος. Όπως είπαμε, μπορεί να μιλάμε για μία ξεχωριστή περίπτωση. Αν τα γεγονότα είναι αληθινά τότε έχουμε απλά κάτι καινούριο να παρατηρήσουμε. Αυτό δε σημαίνει ότι τα κοινωνικά ζητήματα δεν γίνονται σημείο αναφοράς για κυβερνήσεις, πολιτευόμενους ή και επιστήμονες, αλλά συνήθως η προσαρμογή στις νέες κοινωνικές συγκυρίες γίνεται μέσα από μία μακροχρόνια διαδικασία όπου πρώτα γνωρίζουμε το νέο φαινόμενο, ύστερα το συνηθίζουμε και τέλος το αποδεχόμαστε ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας μας. 


Δεν ισχύουν αυτά στην εξωτερική πολιτική. 


 Όλα όσα είπαμε πιο πανω απλά δεν είναι η πραγματικότητα για τις διεθνείς σχέσεις μιας χώρας. Πρώτα απ όλα, είναι απαραίτητο, όταν μιλάμε για εξωτερική πολιτική, να καταλαβαίνουμε το πλαίσιο στο οποίο αναφερόμαστε. Αν γίνεται λόγος για Ευρωπαϊκά ζητήματα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την προσήλωση της ΕΕ στην οικονομική ευημερία και επικυριαρχία και στην έννοια του ρασιοναλισμού περί των διεθνών σχέσεων. Αν απο την άλλη γίνεται λόγος για ζητήματα Αν. Μεσογείου πρέπει να υπάρχει μια βασική γνώση του Δικαίου της Θάλασσας του ΟΗΕ και τι σημαίνει η πίστη και η μη πίστη σε αυτό. 


 Τέλος και σημαντικότερον, δεν υπάρχουν ιδιαίτερες περιπτώσεις και συνθήκες. Μπορεί να ακούμε συχνά σε πολιτικούς λόγους για ιδιαιτερότητες σε ζητήματα γειτνίασης δύο χωρών ή στις σχέσεις μεταξύ κρατών και οργανισμών, αλλά στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι πιο απλά. Είτε προωθείς και υπερασπίζεσαι επιτυχώς τα δικαιώματα και αιτήματα σου, είτε χάνεις επιρροή και ισχύ στη διεθνή σκηνή. Ίσως τότε το γιατί είναι πραγματικά περίεργο; Όχι. Αν ένα κράτος έχει τους πόρους, την οικονομία και την συνοχή να ρισκάρει σύγκρουση και να εξασφαλίσει επιτυχές αποτελέσματα θα υπερασπιστεί ότι είναι αναγκαίο. Είναι απλά μαθηματικά, αν έχεις τους πόρους και αν το κέρδος είναι μεγαλύτερο από το κόστος του εγχειρήματος τότε αναλαμβάνεις δράση. Ειδάλλως μπορούμε να μιλήσουμε για κακές συνθήκες και για ανάγκη ψυχραιμίας. 


 Υπόψιν, σε όλα τα παραπάνω συμπεριλαμβάνονται και οι πολιτικές επαφές με τρίτους. Η συνοχή δεν αναφέρεται ως αναγκαία προϋπόθεση μόνο για το εσωτερικό αλλά και για το εξωτερικό. Αν μία χώρα σαν την Ελλάδα θέλει να επιδιώξει μια σκληρή και ασυγχώρητη στάση απέναντι σε ένα κράτος όπως η Τουρκία, πρέπει να βεβαιωθεί και ότι η "Ευρωπαϊκή οικογένεια" θα είναι πρίν απο την αρχή, ξεκάθαρα στο πλευρό της. Έτσι λοιπόν χάνεται το μυστήριο του αγνώστου. Άλλες φορές είμαστε σε θέση ισχύος και άλλες όχι. 


 Μπορεί αυτά να ακούγονται ως μία απλή ρεαλιστική προσέγγιση των διεθνών σχέσεων αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν λησμονούμε την ανάγκη διαλόγου από ίση θέση. Το πρόβλημα είναι ότι εμπειρικά, οι Έλληνες, έπρεπε να συζητήσουμε με κάποιον που επιχειρεί να μας φέρει προ τετελεσμένων. 


 Και τελικά ως εκεί πραγματικά ενδιαφερόμαστε για την Ελληνική εξωτερική πολιτική ως Έλληνες πολίτες. Τα πράγματα γίνονται πιο ξεκάθαρα- και ίσως πιο ενδιαφέροντα- όταν υπάρχει ένας εχθρός και μπορούμε να πορευτούμε με βάση αυτόν. Αν και σίγουρα η Τουρκία έχει παρουσιαστεί ως εχθρός δεν γίνεται η εξωτερική πολιτική της χώρας να κινείται γύρω από αυτή. Πρέπει να πραγματοποιούνται (όπως και γίνεται άλλωστε) δράσεις που στοχεύουν στην καθαρά Ελληνική ενδυνάμωση. Όπως φάνηκε πολλές φορές, ακόμα και στο εσωτερικό της ΕΕ, η Τουρκία δεν είναι για όλους εχθρός. Για άλλους είναι αντίπαλος ενώ για άλλους συνεταίρος. 


 Ένα ακόμα σφάλμα αυτού του σκεπτικού είναι ότι τα Ελληνο-τουρκικά δεν αποτελούν την αφετηρία και την λήξη της εξωτερικής μας δράσης. Μια λύση στο ζήτημα της Αν. Μεσογείου, είτε θετικό είτε αρνητικό για εμάς δεν σημαίνει το τέλος πάντων, σημαίνει την ανάγκη για ευρηματικότητα και για την δημιουργίας νέων στόχων. 


 Και εδώ τελικά βρίσκεται η χρυσή τομή, ποιοί είναι οι στόχοι που θέλουμε σαν λαός για την χώρα μας στη διεθνή σκηνή; Και πως θα μπορέσουμε να θέσουμε στόχους αν η αντίληψη μας για τέτοια ζητήματα είναι στενή; Πως θα αντιληφθούμε τις εξελίξεις αν βασιζόμαστε σε μεταγενέστερες αναλύσεις και οι ίδιοι οι πολιτικοί και τεχνοκράτες ρίχνονται σε πολιτικές διαμάχες;


 Γνήσιο ενδιαφέρον για τη χώρα και τη γειτονιά μας, ειλικρινής προσπάθεια για επιπλέον μόρφωση και πολιτική σοβαρότητα ίσως μας βοηθήσουν για το μέλλον.


Comments